Δολοφονία Σουλεϊμανί : Γιατί μπορεί να αποδειχτεί η μεγαλύτερη γκάφα του Τραμπ

Η δολοφονία του Κασέμ Σουλεϊμανί θα μπορούσε να αποδειχτεί η μεγαλύτερη γκάφα του Ντόναλντ Τραμπ στην εξωτερική πολιτική. Η εκτέλεσή του είναι αρκετά πιθανό να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε πόλεμο με ιρανούς πληρεξούσιους σε όλη τη Μέση Ανατολή

Καταιγιστικές είναι οι εξελίξεις στη διεθνή διπλωματική σκακιέρα μετά τη δολοφονία του Κασέμ Σουλεϊμανί, επικεφαλής της Δύναμης Κουντς («Ιερουσαλήμ») των Φρουρών της Επανάστασης και εθνικού ήρωα του Ιράν, μετά από εντολή του αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Κασέμ Σουλεϊμανί μετέβαινε τα μεσάνυχτα οδικώς στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης μαζί με άλλους ιρανούς στρατιωτικούς, όταν τα αυτοκίνητά τους χτυπήθηκαν από αμερικανική μη επανδρωμένη αεροπορική επιδρομή.

Επιχειρώντας να δικαιολογήσει την απόφασή του για εκτέλεση του Σουλεϊμανί, ο Ντόναλντ Τραμπ αρκέστηκε να δηλώσει αρκετές ώρες μετά την επίθεση ότι ο ιρανός αξιωματούχος σχεδίαζε να σκοτώσει πολλούς Αμερικανούς. Ο αμερικανός πρόεδρος πρόσθεσε ότι ο Σουλεϊμανί ευθύνεται για τον θάνατο «χιλιάδων ανθρώπων», συμπεριλαμβανομένου και «μεγάλου αριθμού διαδηλωτών στο ίδιο το Ιράν» και εκτίμησε ότι θα έπρεπε να τον έχουν σκοτώσει «εδώ και χρόνια».

Ωστόσο, η δολοφονία του δεύτερου πιο ισχυρού άνδρα στο Ιράν θα μπορούσε να αποδειχτεί η μεγαλύτερη γκάφα του Ντόναλντ Τραμπ στην εξωτερική πολιτική. Η εκτέλεσή του είναι αρκετά πιθανό να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε πόλεμο με ιρανούς πληρεξούσιους σε όλη τη Μέση Ανατολή παρά την υποτιθέμενη επιθυμία του Τραμπ να απομακρύνει τις δυνάμεις του από τις ατέλειωτες συγκρούσεις στην περιοχή.

Το πιο πιθανό, όμως, αποτέλεσμα είναι να ενισχύσει την πίεση προς την ιρανική κυβέρνηση να απομακρύνει τα αμερικανικά στρατεύματα από το Ιράκ και αυτό θα σήμαινε πως το Ιράν επεκτείνει την ήδη ουσιαστική επιρροή του στην ιρακινή κυβέρνηση και κοινωνία.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αυξήσει κατακόρυφα τις εντάσεις και την αντιπαράθεση με το Ιράν. Από την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Ιανουάριο του 2017, αν και η αμφιθυμία του τον χαρακτηρίζει σε πολλά θέματα εξωτερικής πολιτικής, σε ένα πράγμα παραμένει σταθερός: θεωρεί το Ιράν ως τη μεγαλύτερη απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και τον μεγαλύτερο κρατικό χορηγό τρομοκρατίας στον κόσμο.

Ο αμερικανός πρόεδρος αναφέρει συνεχώς την υποτιθέμενη του επιθυμία να τερματίσει τη συμμετοχή των ΗΠΑ σε ξένους πολέμους -στη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν- ωστόσο από τον Μάιο του 2019 το Πεντάγωνο έχει αναπτύξει περισσότερα από 14.000 στρατεύματα στη Μέση Ανατολή.

Η κατάσταση πάντως στην οποία οφείλεται εν πολλοίς η δολοφονία του Κασέμ Σουλεϊμανί έχει τις ρίζες της σε ένα ανερχόμενο κίνημα διαμαρτυρίας στο Ιράκ που απαίτησε από το Ιράν και τις ΗΠΑ να σταματήσουν να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις της χώρας. Οι ειρηνικές διαμαρτυρίες ξεκίνησαν στις αρχές Οκτωβρίου και οι ιρακινοί αξιωματούχοι απάντησαν με αιματηρή καταστολή που σκότωσε εκατοντάδες διαδηλωτές.

«Καζάνι που βράζει» η Μέση Ανατολή
Η δολοφονία του Σουλεϊμανί, του επί χρόνια επικεφαλής των Φρουρών της Επανάστασης, είναι πιθανόν να αποδειχθεί βασικό παράγοντας στις μετέπειτα σχέσεις της Ουάσινγκτον με το Ιράκ και το Ιράν και θα επηρεάσει ουσιαστικά τη γενική θέση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Η ανατροπή μπορεί να είναι τεράστια και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο καλά προετοιμασμένες είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες για την απάντηση του Ιράν και τις σχέσεις που διατηρεί στη Μέση Ανατολή.

Η Τεχεράνη συχνά εργάζεται μέσω πολιτοφυλακών, τρομοκρατικών ομάδων και άλλων πληρεξουσίων για να προωθήσει τα συμφέροντά της στο εξωτερικό. Οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν (IRGC) αναλαμβάνουν το προβάδισμα για πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις. Στο Ιράκ και σε άλλες χώρες όπου το Ιράν παίζει στρατιωτικό όσο και πολιτικό ρόλο – όπως η Υεμένη, ο Λίβανος, η Συρία, το Αφγανιστάν, καθώς και οι Παλαιστίνιοι – το IRGC είναι συχνά ο κυρίαρχος παράγοντας στην εξωτερική πολιτική του Ιράν ή τουλάχιστον σημαντική φωνή.

Οι σχέσεις Σουλεϊμάνι με οργανώσεις στη Μέση Ανατολή
Ο Σουλεϊμάνι ήταν ο αρχιτέκτονας πολλών από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής του Ιράν, και μαζί με τους Φρουρούς της Επανάστασης υπεύθυνοι για το θάνατο πολλών Αμερικανών.

Η ισχύς των Κουντς («Ιερουσαλήμ») των Φρουρών της Επανάστασης, η οποία φέρεται να αποτελείται από από 10.000 – 20.000 αγωνιστές στη οργάνωση, παρέχει εκπαίδευση, όπλα, οργανωτική καθοδήγηση και άλλη υποστήριξη σε μια σειρά ομάδων υπέρ του Ιράν.

Οι Φρουροί της Επανάστασης, με την καθοδηγούμενη δύναμη των Κουντς, είναι ο βασικός ιρανικός σύνδεσμος με τη Λιβανέζικη Χεζμπολάχ, την ισχυρότερη παραστρατιωτική οργάνωση στο Λίβανο – και εκείνη που επιτέθηκε στο Ισραήλ και τις ΗΠΑ στις αρχές του Ιράν.

Η Δύναμη Κουντς συνεργάζεται επίσης με παλαιστινιακές τρομοκρατικές ομάδες, όπως η Χαμάς και η Ισλαμική Τζιχάντ, καθώς και με άλλες οργανώσεις σε τρίτες χώρες. Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις υπέρ του Ιράν στο Ιράκ, η Δύναμη Κουντς τους χορήγησε πολύ πιο θανατηφόρα όπλα μετά το 2005, με εκλεπτυσμένες εκρηκτικές ύλες που θα μπορούσαν να διεισδύσουν σε θωρακισμένα οχήματα των ΗΠΑ, σκοτώνοντας σχεδόν 200 Αμερικανούς .

Έχοντας βρεθεί στην ηγεσία της Δύναμη Κουντς από το 1998, ο Σουλεϊμάνι έχει καλλιεργήσει ένα ισχυρό δίκτυο στο ίδιο το Ιράν και μέσω των πολλών πληρεξουσίων των Φρουρών της Επανάστασης. Εξ’ ου και η επόμενη ημέρα της δολοφονίας του προμηνύεται ιδιαίτερη κρίσιμη για τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή, με τον πρόεδρο Τραμπ να βρίσκεται από την πρώτη στιγμή στο στόχαστρο επικρίσεων στο εσωτερικό της χώρας του.

Οικονομικός γίγαντας
Στο μεταξύ, οι Φρουροί έχουν αναπτύξει σταδιακά ένα τεράστιο δίκτυο επιχειρήσεων σε όλους τους τομείς της ιρανικής οικονομίας. Εκτιμάται ότι συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με 100 επιχειρήσεις. Σύμφωνα με αναλυτές, έχουν στα χέρια τους το 1/3 της ιρανικής οικονομίας.

Η οικονομική τους δραστηριοποίηση εγκαινιάστηκε μετά τον πόλεμο με το Ιράκ, όταν ο τότε πρόεδρος Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί προέτρεψε τους Φρουρούς να αναλάβουν την ανοικοδόμηση της χώρας.

Έκτοτε ανέλαβαν να διαχειριστούν συμβόλαια δισεκατομμυρίων δολαρίων για εργολαβία δημοσίων έργων, όπως η κατασκευή δρόμων, αγωγών και φραγμάτων. Η μεγαλύτερη κατασκευαστική εταιρεία της χώρας, η Khatam al-Anbia, τους ανήκει.

Η ανάθεση των συγκεκριμένων έργων έχει γίνει με «φωτογραφικούς» διαγωνισμούς ή με απευθείας αναθέσεις εκτός θεσμικού πλαισίου.

Γρήγορα επεκτάθηκαν και σε άλλους τομείς της οικονομίας. Μέσω της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων, κοινοπραξία υπό τον έλεγχό τους αγόρασε το 51% του κρατικού μονοπωλίου τηλεπικοινωνιών το 2009 έναντι 7 δισ. δολαρίων.

Σε κάποιες περιπτώσεις, δρουν ακόμη πιο απροκάλυπτα. Το 2004 εκδίωξαν την τουρκο-αυστριακή διαχειρίστρια εταιρεία του νεότευκτου αεροδρομίου Χομεϊνί της Τεχεράνης την πρώτη ημέρα λειτουργίας του και τοποθέτησαν εταιρεία δικών τους συμφερόντων.

Έχουν υπό την ιδιοκτησία τους αυτοκινητοβιομηχανία, τράπεζες, πολεμικές βιομηχανίες, εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και κλινικές laser ματιών.

Κατηγορούνται ωστόσο και για δραστηριότητες οι οποίες κινούνται στη σφαίρα της παρανομίας. Ακόμη και ο Αχμαντινετζάντ τους είχε χρεώσει λαθρεμπόριο αλκοολούχων ποτών, αυτοκινήτων, τσιγάρων και ειδών πρώτης ανάγκης δυτικής προέλευσης.

Οι Φρουροί εναντιώνονται στις γέφυρες επικοινωνίας με τις ΗΠΑ, καθώς ενδεχόμενη χαλάρωση των διεθνών κυρώσεων σημαίνει είσοδο ξένων επενδυτών στη χώρα, γεγονός που θα απειλήσει το οικονομικό τους μονοπώλιο.