Όλα τα Νέα

«Έφυγε» ο μεγάλος βιολάτορας Γιώργης Βασιλάκης, ο Σκαλανιώτης

191
Ένας από τους μεγαλύτερους και τελευταίους παλιούς «μάγους» του βιολιού ο Γιώργος Βασιλάκης ή Σκαλανιώτης, από το χωριό Σκαλάνι, «έφυγε» από τη ζωή.

Ο βιολάτορας άφησε την τελευταία του πνοή, πλήρης ημερών, σε ηλικία 91 ετών. Ήταν ένας από τους πλέον αγαπημένους καλλιτέχνες της Κρήτης, αφήνοντας πίσω του ένα κενό δυσαναπλήρωτο, αλλά και μια βαριά παρακαταθήκη.

Η κηδεία του θα γίνει αύριο Πέμπτη στις 3 το μεσημέρι στο Καινούργιο χωριό του Δήμου Χερσονήσου.

Ο Γίωργης Βασιλάκης γεννήθηκε στο χωριό Σκαλάνι του Νομού Ηρακλείου το 1927 από αγροτική οικογένεια.

Από πολύ μικρός έδειξε τα πρώτα σημάδια στο περιβάλλον του ότι του άρεσε η μουσική.

Στην αρχή κλεφτά κλεφτά έμαθε και έπαιζε για 3 μήνες μαντολίνο που επίσης στα κλεφτά το έπαιρνε από ένα θείο του …

Αργότερα το παράτησε και ήθελε να μάθει βιολί, λέγοντας ότι του άρεσε πιο πολύ ο ήχος του, ήταν πιο γλυκός κατά την κρίση του από αυτόν της λύρας.

Πήρε το βιολί ενός θείου του το οποίο όμως ήταν χωρίς χαλασμένο, του έβαλε χορδές,πίρους, γλώσσα, δοξάρι και το έφτιαξε.

Με αθανατόφυλλα έφτιαξε το δοξάρι, στην ταράτσα το κοπάνισα, και έβγαλα αυτές τις ίνες.

Βέβαια και από την ουρά του αλόγου μπορούσες να πάρεις τρίχες και να φτιάξεις δοξάρι.

Ακούσματα ήχων από βιολί είχε άλλωστε πολλά απο του βιολάτορες που εκείνα τα χρόνια είχε η επαρχία πεδιάδας.

Χαρακτηριστικό ότι ένας ξάδερφος του πατέρα του και ο νονός του αδερφού του έπαιζαν στο χωριό ερασιτεχνικά και τους άκουγε.

Πρόκειται για τους Κωσταντίνο Λουλακάκη και Τίτο Κόκκινο.

Πολλοί οι βιολάτορες της περιοχής, ο Ηρακλής ο Σταυρουλάκης απο την Επισκοπή, ο Γιάννης Καλογεράκης απο τις Αγιές Παρασκιές, ο Λευτέρης από το Χουδέτσι.

Δάσκαλος του μπορούμε να πούμε όπως έχει αναφέρει και ο ίδιος ότι ήταν ο Αριστείδης Σπανακάκης, δάσκαλος χωρίς όμως να προσφέρει μάθηση.

Ό,τι μπορούσες να κλέψεις με το μάτι σε πατήματα και με το αυτί σε ήχους…

Η θέληση του να μάθει βιολί τον έκανε να ψάξει και να βρεί τρόπους που θα του έδιναν την μάθηση που γύρευε,
Πήγαινα στο καφενείο του χωριού λέει και πίνοντας αναγκαστικά καφέ παρακαλούσα τον καφετζή να βάλει ένα δίσκο να ακούσουμε τον Σκορδαλό ή τον Μουντάκη και όση ώρα έπαιζε να συγκρατήσουμε ότι μπορούμε.

Όταν γυρνούσα στο σπίτι προσπαθούσα να βγάλω το κομμάτι με ότι θυμόμουν, πάει δεν πάει έτσι ήταν αλλιώς ξαναπήγαινα στο καφενείο και πάλι από την αρχή.

Στα πανηγύρια και σε καλλιτέχνες που ερχόταν στο χωριό μαθαίναμε βιολί.

Ζητούσαμε πληροφορίες να καλύψουμε τις απορίες μας και μας τις έδιναν χωρίς κανένα κόμπλεξ.

Θυμάμαι λέει ο Γιώργης Βασιλάκης από τον Νονό του Αδερφού μου που πρωτοέμαθα να κουρδίζω το βιολί.

Μετά που φύγαν οι Γερμανοί από το χωριό θυμάται ότι από καλώδιο που είχε ατσάλινο σύρμα φτιάχναμε στο βιολί τις χορδές, το μί και το λά, ενώ για το ρε και το σόλ χρησιμοποιούσαμε χορδές από κιθάρα.

Ο Γιώργης Βασιλάκης πρωτόπαιξε σε γλέντι μόνος του σε ηλικία 17 χρονών, στο ρεπερτόριο του είχε, χανιώτη, καλαματιανά, πεντοζάλι, τανγκό και βάλς.

Αν μου έδινε άλλη μια ζωή ο Θεός πάλι βιολάτορας θα ήθελα να γίνω, το βιολί μου έδωσε ατομική εξύψωση, με έκανε γνωστό, με το βιολί γνώρισα ανθρώπους και έκαμα φίλους.

[Συνέντευξη στον κ. Αμαργιανάκη το 1998
http://thalitas.ims.forth.gr/
Φωτογραφίες – Αντώνης Γενναράκης]