Όλα τα Νέα

Η αδύνατη επανεκκίνηση της κυβέρνησης Τσίπρα

83
Κατά κάποιο τόπο μοιάζει με ένα προδιαγεγραμμένο σενάριο. Η αυριανή συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, μια διαδικασία ούτως ή άλλως εκ φύσεως τελετουργική, θα διανθιστεί με τις απαραίτητες προτροπές του πρωθυπουργού για σκληρή δουλειά, για ανάγκη λογοδοσίας ενώπιον της κοινωνίας, σε συνδυασμό με τη διαρκή υπενθύμιση ότι πλέον μπορούν να κάνουν πραγματικά πολιτική.

Θα προσπαθήσει, δηλαδή, να δώσει μια εικόνα επανεκκίνησης του κυβερνητικού έργου, στην τελική ευθεία προς τις εκλογές. Όμως, τα πράγματα είναι αρκετά πιο σύνθετα.

Ο μύθος του «τώρα επιλέγουμε εμείς»

Η κυβέρνηση έχει επιμείνει πάρα πολύ στο γεγονός ότι με το τέλος των μνημονίων τα μέτρα αποτελούν πλέον κυβερνητικές επιλογές και ο έλεγχος από την Τρόικα περιορίζεται στους δημοσιονομικούς δείκτες και μόνο.

Αυτό το παρουσιάζει ως δυνατότητα να ασκήσει επιτέλους πολιτική και να πάρει μέτρα προοδευτικά και φιλολαϊκά, κάτι που μέχρι τώρα δεν το επέτρεπαν οι δανειστές.
Όμως, αυτό ενέχει και έναν κίνδυνο για την κυβέρνηση: να γεννήσει προσδοκίες για πραγματικές αλλαγές στην πολιτική και κατ’ επέκταση στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Η πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση θα εξακολουθήσει να βρίσκεται υπό στενή επιτήρηση και τα περιθώρια κίνησής της θα είναι περιορισμένα.

Μεγάλο μέρος των μέτρων που ήδη έχουν ψηφιστεί θα συνεχίσουν να παράγουν αποτελέσματα, την ώρα που μια σειρά από μέτρα θα συνεχίσουν να δρομολογούνται, χωρίς να μπορεί η κυβέρνηση να επηρεάσει ιδιαίτερα το βηματισμό τους.

Για παράδειγμα μπορεί να μιλάει για «αλλαγή σελίδας» η κυβέρνηση, αλλά μεγάλο μέρος της «νέας σελίδας» είναι ήδη γραμμένο, αν αναλογιστούμε τα μέτρα που είναι ούτως ή άλλως προαποφασισμένα όπως είναι η συνέχεια των ιδιωτικοποιήσεων που συντονίζει το «Υπερταμείο».

Έπειτα, ας μην ξεχνάμε ότι και αυτός ο προϋπολογισμός θα είναι ιδιαίτερα περιοριστικός και θα πρέπει να εγγυάται εκ νέου υπερπλεόνασμα για να μπορεί η κυβέρνηση να επιμείνει στη διεκδίκηση της μη εφαρμογής μέτρων όπως η μείωση των συντάξεων. Άρα πολύ δύσκολα θα μπορεί να υπάρξει αύξηση των κοινωνικών δαπανών ή των διορισμών.

Στην πραγματικότητα, το πλαίσιο των μέτρων που έχουν ήδη ψηφιστεί, οι δεσμεύσεις που έχουν ήδη αναληφθεί στο πλαίσιο των τελευταίων αξιολογήσεων και οι ίδιοι οι δημοσιονομικοί στόχοι σημαίνουν ένα πολύ ασφυκτικό πολιτικό περιβάλλον που μικρά περιθώρια για την αυτόνομη άσκηση πολιτικής αφήνει. Άλλωστε, αυτός ήταν και ένας από τους στόχους των μνημονίων εξαρχής.

Η απουσία οράματος για τη «νέα σελίδα»

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει διαρκώς ότι μπορεί να κάνει μια «νέα αρχή». Η πολιτική σκοπιμότητα αυτής της θέσης είναι προφανής. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να πάει στις εκλογές απλώς και μόνο με τα «πεπραγμένα» της μέχρι τώρα κυβερνητικής θητείας του που έχει εξαντληθεί στην υπερψήφιση και εφαρμογή σκληρών μνημονιακών μέτρων. Πρέπει να παρουσιάσει ένα άλλο πρόσωπο.

Όμως σε αυτό δεν επαρκούν απλώς οι όποιες αλλαγές έκαναν στο αμιγώς επιδοματικό μέρος της κοινωνικής πολιτικής. Ή για να το πούμε διαφορετικά, υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτούν τα αυξημένα για ορισμένες εισοδηματικές κατηγορίες επιδόματα παιδιού αλλά υπάρχουν και αυτοί που δυσκολεύονται για τον ΕΦΚΑ και τον ΕΝΦΙΑ.

Ακόμη και τα μέτρα που μεθοδεύσει η κυβέρνηση για έναν μεγάλο αριθμό μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, όπως η αύξηση του κατώτατου μισθού ή η επέκταση ορισμένων συλλογικών συμβάσεων, είτε απλώς θα επικυρώσουν τάσεις ήδη ενεργές σε οικονομικούς κλάδους, είτε θα μείνουν κενό γράμμα μέσα στην πραγματικότητα ιδίως του ιδιωτικού τομέα.

Από την άλλη, είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει μια μεγάλη αύξηση του ρυθμού ανάκαμψης της οικονομίας. Ακόμη και οι επίσημες προβλέψεις μιλούν για ήπια αύξηση του ΑΕΠ, πράγμα λογικό εάν συνυπολογίσουμε τις περιοριστικές πολιτικές στα δημοσιονομικά. Αυτό θα μειώσει λίγο την ανεργία αλλά δεν θα φέρει ούτε ένα «κύμα» απασχόλησης ούτε αντιστροφή της σημερινής τάσης που θέλει τις περισσότερες νέες θέσεις εργασίας να είναι ελαστικές και κακοπληρωμένες.

Δεν είναι τυχαίο ότι και το ίδιο το «αναπτυξιακό σχέδιο» που έχει επισήμως καταθέσει το υπουργείο Οικονομικών, στερείται κάποιας ιδιαίτερης πνοής και πέραν της υπογράμμισης κλάδων που ούτως ή άλλως είναι σε δυναμική τροχιά (αν και με πραγματικά όρια), όπως ο τουρισμός, δεν έχει στοιχεία ενός «σχεδίου». Η υψηλή απορρόφηση κονδυλίων ΕΣΠΑ δεν συνιστά από μόνη της αναπτυξιακή δυναμική.

Την ίδια στιγμή οι εξαγγελίες για «θεσμικές τομές» πέραν των αλλαγών στο εκλογικό σύστημα για τις αυτοδιοικητικές εκλογές δεν έχουν προχωρήσει. Η συνταγματική αναθεώρηση έμεινε μάλλον μετέωρη, την ώρα που σε κρίσιμους κλάδους όπως η παιδεία δεν αναλαμβάνονται πραγματικές πρωτοβουλίες πέραν της χαοτικής επιλογής για τις «εθελοντικές» συγχωνεύσεις Πανεπιστημίων και ΤΕΙ και την κοπτοραπτική για τις αλλαγές στις πανελλαδικές εξετάσεις.

Ο εγκλωβισμός στη «μνημονιακή» επιτυχία

Ο μεγαλύτερος, όμως, εχθρός της κυβέρνησης Τσίπρα στο δρόμο για την επανεκκίνηση είναι ο ίδιος της ο εαυτός και τα πεπραγμένα της.

Η μεγάλη επιτυχία αυτής της κυβέρνησης ήταν ότι μπόρεσε να περάσει χωρίς πολλούς κοινωνικούς κραδασμούς επιθετικά μνημονιακά μέτρα, εκμεταλλευόμενη την υποχώρηση της κοινωνικής διαμαρτυρίας και αγανάκτησης και έχοντας μόνο στόχο να φτάσει στις εκλογές λέγοντας «βγάλαμε τη χώρα από τα μνημόνια».

Αυτή είναι η βασική «δεξιότητα» αυτής της κυβέρνησης, μαζί φυσικά με την ευκολία με την οποία μεταπήδησε στρατόπεδο το καλοκαίρι του 2015.

Όμως, αυτό σήμερα πολύ δύσκολα μπορεί να μετασχηματιστεί σε «επανεκκίνηση», καθώς δεν μπορεί να πείσει αυτή η κυβέρνηση ότι ξαφνικά θα φέρει άλλα μέτρα και ένα διαφορετικό κοινωνικό πρόσωπο, όταν τρία χρόνια κινήθηκε πάνω σε ένα σαφώς προδιαγεγραμμένο πλαίσιο και όταν η «γενέθλια» στιγμή της διακυβέρνησής της ήταν μία από τις πιο εντυπωσιακές μεταστροφές της νεότερης πολιτικής ιστορίας.