Η αλήθεια για τον κατώτατο μισθό

Oι μικροί εργοδότες που εκπροσωπούν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και κυρίως το εμπόριο υποστήριζαν ότι οι αυξήσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές, αφού γνωρίζουν πολύ καλά ότι κάθε ευρώ αύξηση θα φτάσει στην αγορά και θα τονώσει την υποτονονική ζήτηση

Είναι γεγονός ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11% στα 650 ευρώ τον μήνα ήταν μια απόφαση που ξάφνιασε και δυσαρέστησε τους εργοδότες οι οποίοι στις συζητήσεις που είχαν προηγηθεί με το υπουργείο Εργασίας ήταν διχασμένοι ως προς το ύψος της αύξησης.

Ο ΣΕΒ των μεγάλων επιχειρήσεων και ο ΣΕΤΕ υποστήριζαν ότι οι αυξήσεις πρέπει να είναι της τάξης του 3% για να μην πληγεί η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων τους και κατ’ επέκταση της οικονομίας.

Αντίθετα, οι μικροί εργοδότες που εκπροσωπούν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και κυρίως το εμπόριο υποστήριζαν ότι οι αυξήσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές, αφού γνωρίζουν πολύ καλά ότι κάθε ευρώ αύξηση θα φτάσει στην αγορά και θα τονώσει την υποτονονική ζήτηση.

Τελικά μέση οδός δεν βρέθηκε. Ούτε θα μπορούσε να βρεθεί, αφού η χώρα βρίσκεται ήδη σε προεκλογική περίοδο. Ηταν βέβαιο ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα θα αξιοποιούσε την ευκαιρία να κερδίσει πόντους από τους εξαθλιωμένους εργαζομένους και να υπερκεράσει την πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη οι αυξήσεις να είναι κάθε χρόνο διπλάσιες της αύξησης του ΑΕΠ και να καταργηθεί ο υποκατώτατος μισθός, κάτι που έγινε. Η πρόταση της ΝΔ σημαίνει ότι εφόσον η ελληνική οικονομία αναπτυχθεί με 10% την επόμενη τριετία, όπως προβλέπεται, ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί κατά 20% και θα επανέλθει σταδιακά στα 703 ευρώ.

Αυτή είναι η αλήθεια. Ομως κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι μετά από οκτώ χρόνια σκληρής λιτότητας, συνεχούς μείωσης των αμοιβών, οι εργαζόμενοι δεν δικαιούνται την αύξηση των 64 ευρώ τον μήνα όταν την ίδια στιγμή στην Πορτογαλία ο κατώτατος μισθός βρίσκεται στα 658 ευρώ και πρόκειται να αυξηθεί για τρίτη χρονιά. Οταν η Ισπανία για να τονώσει την κατανάλωση και να ενισχύσει την ανάπτυξη προχώρησε σε αυξήσεις 22%. Οταν ο πρόεδρος Μακρόν προκειμένου να εκτονώσει το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» έδωσε αυξήσεις 100 ευρώ τον μήνα, ως αντιστάθμισμα στις αυξήσεις των φόρων στα καύσιμα που τελικά αναβλήθηκαν.

Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πολιτικά αυτή την απόφαση.