Όλα τα Νέα

Οι γκρίζες ζώνες στις προτάσεις Μητσοτάκη για την οικονομία

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης παρουσίασε ένα συνεκτικό πρόγραμμα προτάσεων, όμως υπάρχουν και ανοιχτά ερωτήματα για αρκετές από αυτές

233
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να κατηγορηθεί για πολλά, δύσκολα όμως μπορεί κανείς να του προσάψει έλλειψη ιδεολογικής συνέπειας.

Αντίθετα, η τοποθέτηση υπέρ μιας φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής με κέντρο τις αγορές και η αντίθεση του σε παραδοσιακές αναδιανεμητικές εκδοχές κοινωνικού κράτους ήταν πάντα δεδομένες στη δική του πολιτική τοποθέτηση.

Είναι, επίσης, δεδομένο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε όλη την περίοδο που διανύουμε με συνέπεια αρνήθηκε οποιαδήποτε «αντιμνημονιακή» ρητορική, σε αντίθεση τόσο με σημαντικό μέρος της «καραλαμανλικής πτέρυγας κατά την περίοδο 2010-2011 (ποιος θυμάται τη ΔΑΚΕ να καλεί περίπου σε… ταξική εξέγερση) όσο για ένα διάστημα και τον ίδιο τον Αντώνη Σαμαρά (νωπή η μνήμη των πιέσεων για να αποδεχτεί την κυβέρνηση Παπαδήμου).

Αντίστοιχα, από την ώρα που ανέβηκε στην ηγεσία της ΝΔ ο Κυριάκος Μητσοτάκης ουδέποτε κινήθηκε σε λογική παροχών ή σε υποσχέσεις χαλάρωσης των μνημονιακών μέτρων. Αυτό στο οποίο επέμεινε ήταν η δυνατότητα μιας αναπτυξιακής δυναμικής εντός του ευρύτερου μνημονιακού πλαισίου.

Σε αυτή τη λογική κινήθηκαν και οι προτάσεις που έκανε στη Θεσσαλονίκη, που με σαφήνεια είχαν το δικό του στίγμα.

Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί ότι και οι δικές του προτάσεις έχουν διάφορες «γκρίζες ζώνες» ως προς τη δυνατότητά τους να φέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Τα όρια των φοροαπαλλαγών και φοροελαφρύνσεων

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πραγματικά πιστεύει ότι η μείωση των φόρων θα οδηγήσει στην ανάπτυξη.

Αυτή είναι μια θεμελιώδη νεοφιλελεύθερη θέση που υποστηρίζει ότι για την αναδιανομή μέσω της φορολογίας πρέπει να αφήνουμε ελεύθερη την οικονομία, με μειωμένους φόρους και εισφορές ώστε να αυξάνεται το εισόδημα, ο διαθέσιμος για επένδυση πλούτος και κατά συνέπεια οι θέσεις εργασίας.

Ωστόσο, υπάρχει ένα ανοιχτό ερώτημα για το πώς μπορούμε να το κάνουμε αυτό μέσα στο σημερινό πλαίσιο και όταν ορισμένες από τις μειώσεις που προτείνει όπως η μείωση του συντελεστή για την κύρια σύνταξη στο 15% από 20% για όλους εργαζομένους συνεπάγονται τεράστιες απώλειες εσόδων για το ασφαλιστικό σύστημα.

Αντίστοιχα, η μείωση των φορολογικών συντελεστών δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα αντισταθμιστεί από την αύξηση των προς φορολόγηση εισοδημάτων.

Εδώ είναι που έρχεται η πρόταση για τη διαπραγμάτευση για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, όμως αυτά δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι στο τέλος θα μειωθούν, καθώς αποτελούν και για τους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών θεσμών αλλά και για το ΔΝΤ την εγγύηση για την αποπληρωμή των δανείων.

Αντίστοιχα, με δεδομένο ότι ο ΦΠΑ είναι, μαζί με τον ΕΝΦΙΑ, από τους «σίγουρους» φόρους, πάλι δεν είναι δεδομένο ότι οι θεσμοί θα συναινέσουν σε κάτι τέτοιο, παρότι όντως θα έδινε μια ανάσα σε κρίσιμους και σημαντικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας.

Ειδικά για τους φορολογικούς συντελεστές ας σημειώσουμε και μια μικρή ασάφεια. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για μείωση του εισαγωγικού συντελεστή, κάτι που ειδικά για τους ελεύθερους επαγγελματίες με μικρά εισοδήματα συνιστά ανακούφιση.

Όμως, για τους μισθωτούς το ερώτημα είναι τι γίνεται με το αφορολόγητο. Χωρίς αφορολόγητο ακόμη και ένα ποσοστό φορολόγησης 9% είναι σημαντικό καθώς θα σημαίνει π.χ. στα 10.000 ευρώ ενός μισθωτού 900 ευρώ φόρο.

Τέλος ας σημειώσουμε και ένα σημείο για την πρόταση ο ΕΝΦΙΑ να εισπράττεται από την τοπική αυτοδιοίκηση σε σημαντικό ποσοστό.

Εδώ υπάρχει ένα ερώτημα: ο ΕΝΦΙΑ είναι ένας φόρος που ποικίλει από περιοχή σε περιοχή ανάλογα με τις αξίες των ακινήτων (τις αντικειμενικές σήμερα, τις πραγματικές αργότερα).

Οριακά αυτό γεννά μια κατάσταση όπου οι πλούσιες περιοχές θα έχουν μεγαλύτερα έσοδα από τον ΕΝΦΙΑ και οι φτωχές μικρότερα, κάτι που μόνο ως προβληματικό μπορεί να χαρακτηριστεί καθώς απλώς θα επιτείνει μορφές κοινωνικής ανισότητας.

Έρχεται η ανάπτυξη μόνο με ελαφρύνεις και μείωση φόρων;

Όμως, υπάρχει και ένα συνολικότερο ερώτημα. Η τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στηρίζεται σε ένα σώμα σκέψης, που το μοιράζονται και οι νεοκεϋνσιανές και οι νεοφιλελεύθερες απόψεις, που υποστηρίζει ότι μπορούμε να επηρεάσουμε την ανάπτυξη μόνο με το να επηρεάσουμε τους όρους του διαθέσιμου εισοδήματος προς επένδυση, χωρίς να μπορούμε να κάνουμε πολλά για τους όρους της ίδιας της παραγωγής.

Έτσι, οι νεοκεϋνσιανές απόψεις εξετάζουν παραμέτρους όπως η ενεργός ζήτηση ή η δυνατότητα πρόσβασης σε σχετικά φτηνό δανεισμό και χρηματοδοτικά εργαλεία, ενώ οι περισσότερο νεοφιλελεύθερες απόψεις κυρίως επιμένουν στη μείωση της φορολογίας, ώστε να αυξάνεται το προς επένδυση εισόδημα.

Όμως, η παραγωγική διαδικασία δεν επηρεάζεται μόνο από το εάν οι επενδυτές έχουν, είτε τους απαραίτητους πόρους, είτε την προσδοκώμενη ζήτηση είτε έναν συνδυασμό και των δύο.

Παράμετροι όπως οι διαθέσιμες τεχνολογικές δυνατότητες, το κόστος παραγωγής, η κατάρτιση και εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού, η διασύνδεση με το χώρο της πανεπιστημιακής έρευνας, οι συνέργειες με άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, ο ρόλος των δημόσιων αρχών, είναι παράμετροι ιδιαίτερα σημαντικές.

Αυτές οι παράμετροι δεν αφορούν απλώς το διαθέσιμο εισόδημα και τη φορολογία, ούτε καν τις αποφάσεις των παραγόντων της παραγωγής.

Αφορούν παράλληλα το εκπαιδευτικό σύστημα, το ρόλο του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Απαιτούν στην πραγματικότητα στοιχεία οικονομικού σχεδιασμού ως προς τα πεδία επενδύσεων, τις διαθέσιμες τεχνολογίες, τις μορφές διοικητικής υποστήριξης, τη σχέση με την ανώτατη εκπαίδευση.

Όλα αυτά απουσιάζουν αυτή τη στιγμή από τις περισσότερες αναπτυξιακές προτάσεις (είναι εκκωφαντικά απόντα και από την «ολιστική αναπτυξιακή στρατηγική» της κυβέρνησης).

Τα όρια του «λιγότερου κράτους» και της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας»

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανήκει όντως στη γενιά πολιτικών της ΝΔ που εξαρχής γαλουχήθηκαν με τη λογική του «λιγότερου κράτους». Άλλωστε, αυτή ήταν και η βασική συνεισφορά του πατέρα του στην ιδεολογία της ελληνικής κεντροδεξιάς, σε αντιδιαστολή με τον κρατικιστικό νεοσυντηρητισμό της παραδοσιακής ελληνικής δεξιάς.

Αυτό αποτυπώνεται και σε διάφορες προτάσεις που ακούστηκαν στη ΔΕΘ όπως για παράδειγμα η διατήρηση ενός κανόνα μία πρόσληψη για πέντε αποχωρήσεις και η έμφαση στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Όμως υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για το εάν σήμερα μπορούμε να έχουμε μια παραπέρα συρρίκνωση του δημοσίου.

Πέραν των υπαρκτών αναγκών για επιπλέον προσωπικό στην εκπαίδευση, στην υγεία – πρόνοια αλλά και σε θέσεις που έχουν να κάνουν με την πολιτική προστασία (πυροσβέστες, διασώστες) πλέον ακόμη και σε θέσεις κλασικής «γραφειοκρατίας» τα προβλήματα είναι εμφανή.

Οι μεγάλες καθυστερήσεις στην απόδοση συντάξεων, οφείλεται και στις ελλείψεις προσωπικού στα ασφαλιστικά ταμεία, ενώ την ίδια στιγμή οι ελλείψεις σε ελεγκτικούς μηχανισμούς αλλά και σε λειτουργίες της διοίκησης κρίσιμες για την προώθηση αναπτυξιακών πολιτικών είναι παραπάνω από εμφανείς.

Ούτε είναι δεδομένο ότι μπορεί ο ιδιωτικός τομέας να καλύψει όλα τα κενά και με μικρότερο κόστος. Η εμπειρία και διεθνώς έχει δείξει ότι όντως ορισμένες λειτουργίες είναι κατά βάση δημόσιες.

Προφανώς και θα μπορούσαμε να οραματιστούμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα με κουπόνια όπου ο γονιός θα επέλεγε εάν θα πάει σε δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο το παιδί του, αλλά αυτό μεσοπρόθεσμα θα ήταν μη βιώσιμο.

Η πραγματικότητα είναι ότι χωρίς ισχυρά δημόσια συστήματα υγείας και παιδείας δεν μπορεί να υπάρξει ούτε κοινωνικό κράτος ούτε δυναμική ανάπτυξης.

Η αναδιανομή παραμένει αναγκαία

Πλευρά της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και η άρνηση της αναδιανομής. Αυτή είναι μια αξιακή τοποθέτηση που υποστηρίζει ότι δεν είναι δουλειά του κράτους να αναδιανέμει αλλά του ατόμου να αποταμιεύει και να φέρεται υπεύθυνα (όπως και να επιδίδεται στη φιλανθρωπία όταν το επιλέγει).

Προφανώς τέτοια ιδεολογικά σχήματα δεν εφαρμόστηκαν ποτέ, εφόσον είναι αδύνατο να υπάρξει κοινωνική συνοχή χωρίς κάποιου είδους αναδιανομή. Όμως, οι αξιακές τοποθετήσεις επηρεάζουν και τις πολιτικές επιλογές.

Έτσι λοιπόν, είναι ένα ερώτημα σήμερα, με τα προβλήματα που δημιουργεί η ούτως ή άλλως η αντιφατική μετάβαση σε ένα οιονεί κεφαλαιοποιητικό σύστημα, εν μέσω και της συνολικότερης κρίσης του ασφαλιστικού συστήματος που επιφέρει η αυξημένη ανεργία, εάν η λύση είναι η δυνατότητα και ενός πλήρως ιδιωτικού πυλώνα (πέραν των μορφών ιδιωτικής ασφάλισης που ήδη υπάρχουν), ή εάν είναι προτιμότερο να δούμε την βιωσιμότητα του υπαρκτού συστήματος και τη δυνατότητα βελτίωσης των παροχών στους συνταξιούχους.

Σε κάθε περίπτωση, με τις κοινωνικές πληγές της τελευταίας περιόδου ανοιχτές και μεγάλο μέρος της κοινωνίας σε αποπτώχευση, κάθε άλλο παρά περιττή πολυτέλεια είναι η αναδιανομή.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι σε ποια κλίμακα όλα αυτά θα συζητηθούν σε βάθος, δηλαδή θα επανέλθει η συζήτηση επί προγραμμάτων και πολιτικών θέσεων, ή εάν θα καταλήξουν όλα αυτά απλώς συνθήματα μέσα σε μια εκλογική μάχη όπου η επικοινωνία θα υποκαθιστά διαρκώς την ουσία.