Όλα τα Νέα

Οριστικό τέλος στα δώρα για το Δημόσιο

Με όριο τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων και την ερμηνεία του Συντάγματος κινήθηκε η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

49

Με όριο τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων και την ερμηνεία του Συντάγματος κινήθηκε η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως προκύπτει από τη δημοσίευση του σκεπτικού της απόφασης με την οποία οι ανώτατοι δικαστές, κατά πλειοψηφία, είπαν «όχι» στην επαναφορά των κομμένων δώρων και επιδομάτων για τους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα.

Η Ολομέλεια του ΣτΕ (πρόεδρος η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου και εισηγητές οι σύμβουλοι Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου και Ιωάννης Σπερελάκη) έκρινε κατά πλειοψηφία (μειοψήφησαν 2 αντιπρόεδροι και 4 συμβούλοι Επικρατείας), μεταξύ των άλλων, ότι η κατάργηση των τριών επιδομάτων «τεκμηριώνεται επαρκώς» και δεν παρίσταται απρόσφορο μέτρο, και μάλιστα προδήλως, για «την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της ΕΕ για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος».

Επιπλέον, σημειώνουν οι δικαστές του ΣτΕ, «η τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων δεν καθιστά, ενόψει των ευρέων περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο νομοθέτης στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και του οριακού ελέγχου, στον οποίο υπόκειται κατά τούτο, από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν δηλαδή ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του».

Παράλληλα, η πλειοψηφία αντέκρουσε την άποψη της μειοψηφίας ότι το ΣτΕ «μεταστρέφει τη νομολογία του ως προς τον Ν. 4093/2012, τον οποίο συστηματικά κρίνει αντίθετο στις προεκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις, με το επιχείρημα ότι, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του νόμου αυτού, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές με αποφάσεις του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από το ότι σε αυτόν περιλαμβανόταν πλήθος μέτρων με άμεσο οικονομικό αντίκτυπο στα εισοδήματα διαφόρων κοινωνικών ομάδων, αλλά και οικονομικών φορέων, ορισμένα από τα οποία κρίθηκαν συνταγματικά, πάντως αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο».