Όλα τα Νέα

Στις καλένδες το προσύμφωνο Εκκλησίας – Πολιτείας για το μισθολογικό των κληρικών

166

Στις «καλένδες» φαίνεται πως παραπέμπεται από την πλευρά των κληρικών και της Ιεραρχίας το θέμα με το προσύμφωνο Κράτους – Εκκλησίας σε σχέση με το μισθολογικό καθεστώς των ιερέων.

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος στην εισήγησή του κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της Ιεράς Συνόδου, αφού παραδέχθηκε ότι έχουν γίνει λάθη τόσο σε διαδικαστικό όσο και σε επικοινωνιακό επίπεδο ακόμη και από τον ίδιο, υποστήριξε ότι υπάρχει ακόμη η δυνατότητα για να φτάσουμε σε μία φερέγγυα συμφωνία ενώ τάχθηκε κατά τον μονομερών παρεμβάσεων από πλευράς της Πολιτείας.

Κατά τη διάρκεια της Ιεραρχίας υπογράμμισε όμως μεταξύ άλλων ότι «υπό τις παρούσες συνθήκες δεν υπάρχει συναίνεση και συγκατάθεση των κληρικών».

Ο Αρχιεπίσκοπος ανέφερε ότι στην Ελλαδική Εκκλησία τα μεγάλα θέματα και προβλήματα στην πορεία της διακονίας της δεν αντιμετωπίζονται μόνον από τον Αρχιεπίσκοπο, ούτε μόνον από την Διαρκή Ιεράν Σύνοδον, αλλά – όπως χαρακτηριστικά είπε – από όλα τα μέλη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ως εκ τούτου, πρόσθεσε, και το θέμα του καθεστώτος της μισθοδοσίας του κλήρου παραπέμπεται στο σώμα της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας με σκοπό να εγκριθεί ή να διορθωθεί ή να απορριφθεί.

«Η συναίνεσις και συγκατάθεσις των κληρικών στην αλλαγή του καθεστώτος της μισθοδοσίας των είναι προϋπόθεσις για την πορεία του όλου θέματος. Υπό τις παρούσες συνθήκες δεν υπάρχει συναίνεσις και συγκατάθεσις των κληρικών για αλλαγή του καθεστώτος της μισθοδοσία (θέσεις εκ μέρους της Εκκλησίας)» σημείωσε για να προσθέσει:

Προσωπικά όμως πιστεύω, πρόσθεσε αναφερόμενος στην Επιτροπή υπό της Ι.Σ.Ι, «ότι ο καρπός αυτών των συνεδριάσεων δεν είναι ανάλογος με τους κόπους της Επιτροπής. Είναι πολύ λίγος και πτωχός.

Την ευθύνη όμως, αν κρίνουμε δίκαια, δεν φέρει η Επιτροπή αλλά το σώμα της Ιεραρχίας μας, που περιόρισε ασφυκτικά μέχρι πνιγμού το δικαίωμα της ελεύθερης συζήτησης και των άλλων πτυχών του θέματος, όπως εκείνο των οργανικών θέσεων των κληρικών μας και της εκκλησιαστικής περιουσίας μετά οπο το έτος 1952».

Επιμένω, συνέχισε ο Αρχιεπίσκοπος «και θέλω να πληροφορηθούμε μέσα από αυτόν το διάλογο την αντιμετώπιση εκκρεμών θεμάτων που έχουν καταστεί γάγγραινα στο σώμα της Εκκλησίας και επομένως και του λαού μας».

Η αποστολή μας, σημείωσε, δεν είναι μόνο η ενασχόλησις με τα παλαιά, το παρελθόν, ούτε μόνον με τα σημερινά μας, το παρόν, αλλά κυρίως με εκείνα που έρχονται, το μέλλον. «Αυτά, όσα απέμειναν, που μας άφησαν οι πατέρες μας.

Πέτρες, χώμα, υλικά αγαθά, να τα κάνουμε πνεύμα. Πνεύμα που θα διοργανώσει μία ελεύθερη διοικητικά Εκκλησία, που θα ανακουφίσει όσους υποφέρουν. Το όραμά μας να υλοποιηθεί.»

Όχι σε μονομερείς παρεμβάσεις από την Πολιτεία

Προς το τέλος της εισήγησής του, ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι «η εμπειρία από την σύγχρονη εκκλησιαστική μας ιστορία μας έχει διδάξει ότι οι κατά καιρούς μονομερείς παρεμβάσεις ή καλύτερα επεμβάσεις της Πολιτείας στα εκκλησιαστικά ζητήματα, και ειδικά στα περιουσιακά-οικονομικά, είχαν πάντοτε επιζήμιο αποτέλεσμα για την Εκκλησία και την κοινωνία και αντί να επιλύσουν ζητήματα, επισώρευσαν εκκρεμότητες και πλήγωσαν την ενότητα του λαού μας.

Άποψίς μου κατ’ αρχήν είναι ότι θα πρέπει η ίδια Επιτροπή να συνεχίσει τον διάλογο με την Πολιτεία».

Αυτοκριτική

Ανέφερε ακόμη πως τα βήματα που έχουν γίνει μέχρι τώρα μαρτυρούν ότι διαπιστώνεται μεν ένας σημαντικός βαθμός ωρίμανσης πολλών εκ των ζητημάτων, «παρά τα τυχόν λάθη που έχουν γίνει τόσο σε διαδικαστικό όσο και σε επικοινωνιακό επίπεδο, φυσικά και από μένα τον ίδιο, υπάρχει όμως αρκετός δρόμος μπροστά μας και υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα, για να φτάσουμε σε μία φερέγγυα συμφωνία, ένα ολοκληρωμένο θεσμικό συμβόλαιο με ευρεία συναίνεση στην κοινωνία, συνοχή και ενότητα στο εσωτερικό της Εκκλησίας μας, διασφάλιση στους κληρικούς μας και στα στελέχη μας και φυσικά ενίσχυση του αυτοδιοικήτου της Εκκλησίας».

Να δημιουργήσουμε τίμιες σχέσεις μεταξύ Πολιτείας – Εκκλησίας

Σε άλλο σημείο της εισήγησής του, ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι πέραν των θέσεων αυτών θα περίμενα την προσέγγιση και των άλλων επί μέρους θεμάτων και κυρίως την τύχη της εκκλησιαστικής περιουσίας από το έτος 1952 μέχρι σήμερα.

«Δυστυχώς όμως ο περιορισμός του θεματολογίου και κυρίως ο λίγος χρόνος που ετέθη στη διάθεση της Επιτροπής, μας φέρνει σήμερα σε αδιέξοδο.

Προσωπικά θα περίμενα πρόταση σχετικά με την σημερινή εκκλησιαστική περιουσία και την τύχη της.

Νομίζω ότι ήλθε η ώρα και δόθηκε επιτέλους η ευκαιρία, να βάλουμε το δάκτυλό μας στον τύπο των ήλων, να δούμε την αλήθεια και να δημιουργήσουμε καινούργιες, τίμιες σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας.

Τι θα περίμενα και τι περιμένω από μια τέτοια συζήτηση τέτοιου επιπέδου. Να διορθώσουμε τα λάθη μας και πάνω στην ειλικρίνεια να οικοδομήσουμε το αύριο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ και ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ» είπε χαρακτηριστικά.