Όλα τα Νέα

Συνταγματική Αναθεώρηση: επιτακτική ανάγκη συναινέσεων και ουσιαστικών αλλαγών

της Μαριάντζελας Αθανασοπούλου*

519

Σε μια περίοδο κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης και λίγο διάστημα πριν τις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2019 η δρομολόγηση των διαδικασιών της αναθεώρησης του Συντάγματος εισάγει μια νέα κρίσιμη παράμετρο στο πολιτικό «παζλ». Θα έλεγε κανείς πως η κύβερνηση φαίνεται να έχει επιλέξει ως στρατηγική την ανάδειξη των διαχωριστικών γραμμών μεταξυ της ίδιας και της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς και να θέσει κρίσιμα διλήμματα στο ΚΙΝΑΛ.

Η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να αποτελέσει εκείνο το μέσο που θα χρησιμοποιηθεί προοδευτικά υπέρ της χώρας προς την βελτίωση της τρέχουσας κατάστασης, όπως επισημάνθηκε άλλωστε και από τον Πρωθυπουργό, κ. Τσίπρα, ωστόσο, φαίνεται ότι στην δεδομένη χρονική συγκυρία και με τη διαδικασία που έχει η κυβέρνηση επιλέξει η συνταγματική αναθεώρηση εργαλειοποιείται πολιτικά στον δρόμο προς τις κάλπες.

Ως έννοια η αναθεώρηση του συντάγματος σημαίνει μεταβολή του συνταγματικού κειμένου, είτε αυτή αφορά σε κατάργηση, τροποποίηση, αντικατάσταση, είτε προσθήκη διατάξεων. Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες θεσπισμένες διαδικασίες.

Στα πλαίσια του ισχύοντος Ελληνικού Συντάγματος, οι διατάξεις του άρθρου 110 είναι εκείνες που προσδιορίζουν τα ουσιαστικά και διαδικαστικά όρια της εκάστοτε αναθεώρησης, ενώ ταυτόχρονα παρέχονται και οι απαραίτητες θεσμικές εγγυήσεις.

Κατά την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση του 2008, στην οποία υπήρξε έλλειψη διευρυμένης συναίνεσης και διαβουλευτικού πνεύματος, τα βασικά αναθεωρητικά κεφάλαια περιορίστηκαν σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις χωρίς τις διαφαινόμενες και προτεινόμενες αναγκαίες αλλαγές.

Ερχόμενοι, στα τωρινά δεδομένα παρατηρούμε ότι κατατέθηκε πρόταση από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με την αναθεώρηση του συντάγματος σύμφωνα με τα λεγόμενα των οποίων θα στοχεύει στην «πλήρη επαναθεμελίωση του πολιτεύματος σε δημοκρατικότερη βάση» κινούμενη σε πέντε άξονες.

Άξονες οι οποίοι σύμφωνα με τον ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβάνουν τα ζητήματα πολιτεύματος με συνταγματική πρόβλεψη για αναλογικό εκλογικό σύστημα κ.α., τον διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, την ενίσχυση αμεσοδημοκρατικών θεσμών και τέλος την ενίσχυση του κράτους δικαίου και της προάσπισης των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Παρατηρούμε, λοιπόν, μια ατζέντα που είναι καθαρά επιλογή της κυβέρνησης (απλή αναλογική, διαχωρισμός κράτους – εκκλησίας με την συγκεκριμένη διαδικασία κ.α.). Η επιλογή αυτή είναι αναμενόμενο εφόσον δεν έχουν προηγηθεί ευρύτερες συνεννοήσεις τόσο μεταξύ των πολιτικών κομμάτων του συνταγματικού τόξου, όσο και με φορείς και θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών να μην βρίσκουν ούτε συναινέσεις, ούτε να γίνονται αποδεκτές με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλες αντιδράσεις.

Άλλωστε, πολλά κρίσιμα ζητήματα που συζητιούνται στην ελληνική κοινωνία δεν τίθενται καν στον δημόσιο διάλογο. Ένα τέτοιο παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, κάτι που από ότι φαίνεται δεν συζητιέται καν από την κυβέρνηση.

Αναλογιζόμενοι το ερώτημα αν τελικά μια τέτοια κίνηση αναθεώρησης του Συντάγματος θα ωφελούσε την Ελληνική πραγματικότητα την δεδομένη περίοδο, θα πρέπει να σκεφτούμε και να συμπεριλάβουμε ποικίλες παραμέτρους.

Σαφέστατα ορισμένες προτάσεις όπως εκείνη της ενίσχυσης της αυτονομίας των δημοσίων πανεπιστημίων και της ίδρυσης ιδιωτικών αποτελεί μια πρόταση άξια επανεξέτασης και συζήτησης στον δημόσιο λόγο, ενώ θα πρέπει εξίσου να επανεξεταστούν σημεία όπως το περί ευθύνης υπουργών, αλλά και να τεθούν θεσμικές εγγυήσεις για την διαδικασία αλλαγής εκλογικών συστημάτων στην αυτοδιοίκηση όπως συμβαίνει για τις βουλευτικές εκλογές.

Η συζήτηση και οι ουσιαστικές αλλαγές δεν περιορίζονται σε αυτά τα τρία σημεία, καθώς υπάρχει πληθώρα ζητημάτων που πρέπει να συζητηθούν κατ’ αρχάς και να βρεθεί κοινός τόπος, τα οποία όμως δεν είναι όμως δεν αποτελούν στόχο του παρόντος άρθρου να αναλυθούν.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι μέσα από την συνταγματική αναθεώρηση -ειδικά σε αυτή την περίοδο που διανύουμε- να μην υπάρχει διχαστικός και πολωτικός λόγος, ούτε και κομματική ατζέντα αναφορικά με την ικανοποίηση του εκάστοτε κομματικού ακροατηρίου, αλλά να γίνει ένας ειλικρινής διάλογος μεταξύ των κομμάτων, των παραγωγικών φορέων, των εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών και να προχωρήσουμε σύσσωμοι, με σύνεση και συναίνεση σε όλες εκείνες τις αναγκαίες αλλαγές και παρεμβάσεις για την έναρξη μιας σύνθετης και ουσιαστικής μεταρρυθμιστικής προσπάθειας που θα αγκαλιαστεί τόσο από τον πολιτικό κόσμο, όσο και από την κοινωνία απαντώντας στις σύγχρονες προκλήσεις και προβλήματα που μας έφεραν ως εδώ.

Μόνο τότε θα μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιτυχημένη μια αναθεώρηση. Μιας και γίνεται αναφορά στην «συναίνεση» οφείλουμε να παραδεχόμαστε και να δεχόμαστε το Σύνταγμα ως τον «κοινό παρονομαστή» επιδιώκοντας την συναίνεση ως το μέσο εκείνο που θα αποτρέψει την διαδικασία απ’ το να κινηθεί σε ρυθμούς τεχνητής πόλωσης, σκοπιμότητας και διαχωριστικών γραμμών. Επιπλέον έχει πολύ μεγάλη σημασία να σεβόμαστε τα διαδικαστικά όρια της αναθεώρησης στο άρθρο 110 Σ.

Καταληκτικά είναι πολύ σημαντική η μετεξέλιξη του θεσμικού πλαισίου μέσα από την αναθεώρηση του Συντάγματος. Το ζήτημα είναι οι προωθούμενες αλλαγές να είναι προς την σωστή κατεύθυνση με ουσιαστικές τροποποιήσεις σε όλα εκείνα τα σημεία που αποτελούν τροχοπέδη για την βελτίωση της οικονομικης, κοινωνικης  και πολιτικης σκηνής στη χώρα μας.

Το σίγουρο είναι ότι διαδικασία που έχει επιλεγεί μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. Αναφορικά με το επαναλαμβανόμενο ερώτημα του αν η συνταγματική αναθεώρηση του παρόντος Ελληνικού Συντάγματος είναι αναγκαία, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: είναι αναγκαία εφόσον γίνει αντιληπτή και λειτουργήσει ως θεσμική διαδικασία και όχι ως κομμάτι στρατηγικών επιλογών πολιτικού ή εκλογικού σχεδιασμού, ή ως ένας ακόμη μηχανισμός απορρόφησης των κραδασμών της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.

Αυτό συμβαίνει γιατί η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί a priori την πανάκεια στις εκάστοτε δυσκολίες της ελληνικής πραγµατικότητας και για να δώσει ουσιαστικές λύσεις χρειάζεται να εγκολπώνει συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

*Φοιτήτρια Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης.