Όλα τα Νέα

Τι κέρδισε και τι όχι ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το ταξίδι στο Βερολίνο

Η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή παζαρεύει τα με τις Βρυξέλλες να μην υπαχθούν στους δημοσιονομικούς στόχους οι πόροι που απαιτούνται για να διοχετευθούν τα χρήματα που θα στηρίξουν τα έκτακτα μέτρα λόγω κοροναϊού.

152

Χωρίς κάτι απτό ως προς το τι μέλει γενέσθαι με το προσφυγικό και με την επιστροφή στην «κανονικότητα» για την οικονομία να τίθεται υπό αμφισβήτηση αναχώρησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το Βερολίνο.

Ο απολογισμός της συνάντησης του πρωθυπουργού με τη γερμανίδα καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ κάθε άλλο παρά καθησυχαστικός μπορεί να θεωρηθεί.

Μέχρι στιγμής τίποτα το απτό και συγκεκριμένο δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα ως προς την εξομάλυνση του προσφυγικού ζητήματος.

Σε αυτό το ζήτημα που έχει φορτίσει το κλίμα στο εσωτερικό της Ελλάδας έρχεται να αποκαλυφθεί ένα νέο δεδομένο που ήταν η δημόσια παραδοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη πως η πορεία της οικονομίας κάθε άλλο παρά ρόδινη θα είναι.

«Είναι ξεκάθαρο ότι το 2020 θα είναι μία διαφορετική χρόνια από αυτή την οποία προβλέπουμε. Και είναι επίσης βέβαιο ότι και οι δημοσιονομικοί στόχοι που μπορεί να τέθηκαν σε άλλες συγκυρίες ενδεχομένως να μην μπορούν να επιτευχθούν» δήλωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ενώπιον της κας Μέρκελ στο Ελληνογερμανικό Οικονομικό Φόρουμ.

Λίγη ώρα αργότερα σε πάνελ διαλόγου του German Council on Foreign Relations, ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε ότι «περιμένω επιείκεια από την Ευρώπη για τους δημοσιονομικούς στόχους του 2020. Κινδυνεύουν ζωές, αλλά κινδυνεύουν και δουλειές».

Ουσιαστικά ο πρωθυπουργός εξηγούσε αυτό που λίγο νωρίτερα είχε πει μπροστά στη γερμανίδα καγκελάριο για μια νέα πραγματικότητα στην οποία «αυτή τη φορά πρέπει και δημοσιονομικά και οικονομικά να αντιδράσουμε γρήγορα, ώστε να μην αφήσουμε την οικονομική κρίση να μας θυμίζει παλιές κακές εποχές».

Βεβαίως, ο κ. Μητσοτάκης συνέδεσε το θέμα αυτό με τον κοροναϊό και τις οικονομικές επιπτώσεις που έχει στην παγκόσμια οικονομία και φυσικά στην ΕΕ και την Ελλάδα.

Υπ’ αυτή την έννοια άνοιξε θέμα μείωσης των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Ανησυχία για την οικονομία
Παρόλα αυτά όμως οι επιπτώσεις του κοροναϊού είναι ένα το κρατούμενο. Ανησυχητικά σημάδια αποτυπώθηκαν με τη δημοσιοποίηση των πρόσφατων στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ που έδειχναν καθήλωση κάτω από το 2% των αναπτυξιακών ρυθμών. Το τέταρτο τρίμηνο του 2019, δηλαδή πριν από την εμφάνιση του κοροναϊού, ο ρυθμός ανάπτυξης που καταγράφηκε ήταν στο 1% ρίχνοντας αισθητά το ρυθμό ανάπτυξης για το σύνολο του έτους.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα με εξαιρετικά χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και για την ευρωζώνη.

Εκτός όλων αυτών έρχεται στο προσκήνιο και το πρόβλημα στη διαχείριση έκτακτων κρίσεων (όπως τα μέτρα για τη στήριξη των επιχειρήσεων και της αγοράς, αλλά και της ενίσχυσης του συστήματος υγείας) από την οικονομική επιτροπεία.

Η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή παζαρεύει τα με τις Βρυξέλλες να μην υπαχθούν στους δημοσιονομικούς στόχους οι πόροι που απαιτούνται για να διοχετευθούν τα χρήματα που θα στηρίξουν τα έκτακτα μέτρα λόγω κοροναϊού.

Το μίγμα είναι εκρηκτικό για την κυβέρνηση. Τυχόν οικονομικός εκτροχιασμός θέτει σε αμφισβήτηση το κυρίαρχο αφήγημα του κ. Μητσοτάκη για την ανάκαμψη της οικονομίας και μεγάλα κοινωνικά ζητήματα όπως το προσφυγικό θα έχουν ανεξέλεγκτες και απρόβλεπτες συνέπειες.

Το μεγάλο λοιπόν πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ακόμα και τυχόν χαλάρωση των δημοσιονομικών στόχων να έχουμε, αυτό μπορεί να μην συνδυαστεί με χαλάρωση των μέτρων λιτότητας. Και κατά συνέπεια να καταστούν αδειανό πουκάμισο οι προσδοκίες που καλλιεργούσε η κυβέρνηση απευθυνόμενη κυρίως στη λεγόμενη «μεσαία τάξη».

Τυχόν παλινδρομήσεις ή και πισωγυρίσματα στην οικονομία (σ’ αυτό θα πρέπει κανείς να συνυπολογίσει και άλλες διεθνείς εξελίξεις, όπως η κατάσταση με το πετρέλαιο, τα χρηματιστήρια κλπ) θα επιδράσουν στο εσωτερικό κοινωνικό και πολιτικό κλίμα.

Προς ποια κατεύθυνση κανείς δεν γνωρίζει. Η επικρότηση από την κοινή γνώμη των κλειστών συνόρων και η σκληρή κατασταλτική πολιτική σε ότι αφορά το προσφυγικό –όπως δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις- δεν σημαίνουν και πολλά πράγματα, αν η οικονομία για τον κ. Μητσοτάκη μετατραπεί σε ανοιχτή πληγή.

Και υπ’ αυτήν την έννοια τα λόγια «συμπάθειας» της κας Μέρκελ και τα «αυστηρά μηνύματα» προς τον Ερντογάν σε συνδυασμό με τα μηδαμινά αποτελέσματα του ταξιδιού του Τούρκου προέδρου στις Βρυξέλλες δεν αλλάζουν ριζικά και απαραίτητα προς το καλύτερο τα ανοιχτά εθνικά μέτωπα που έχει να διαχειριστεί η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη.

Ουσιαστικά ο κ. Μητσοτάκης στο Βερολίνο άνοιξε το θέμα της αναθεώρησης της Κοινής Δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας, η οποία έτσι κι αλλιώς εκτός από προβληματική που ήταν, πλέον έχει καταρρεύσει.

Οι όροι
Επί της ουσίας ο κ. Μητσοτάκης, -πέραν του καλέσματος (που είναι κοινή γραμμή όλων των Ευρωπαίων) προς την Τουρκία να αποσύρει από τα ελληνοτουρκικά σύνορα τους πρόσφυγες και να σταματήσει τον επικοινωνιακό πόλεμο των fake news- έθεσε ορισμένους ακόμα όρους για μια νέα συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας.

Ο πρώτος όρος ήταν να επιστρέψουν στην Τουρκία με συνοπτικές διαδικασίες όσοι πρόσφυγες και μετανάστες συνελήφθησαν το τελευταίο διάστημα για παράνομη είσοδο στην Ελλάδα.

Ο άλλος όρος είχε να κάνει με τον έλεγχο των ροών και στο πλαίσιο αυτό προτάθηκε από τον κ. Μητσοτάκη η διεξαγωγή κοινών περιπολιών και στις τουρκικές ακτές.

Μια πρόταση που κατέθεσε ο κ. Μητσοτάκης αφορά την αλλαγή του προβληματικότερου ίσως σημείου της Κοινής Δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας του 2016. Οι επιστροφές- επαναπροωθήσεις στην Τουρκία (όσων δεν γίνει δεκτή η αίτηση ασύλου) να γίνονται και για όσους έχουν περάσει στην ελληνική ενδοχώρα και όχι μόνο για όσους βρίσκονται στα νησιά του Αιγαίου.

Επ’ αυτού η κα Μέρκελ επισήμως δεν άνοιξε τα χαρτιά της. Προειδοποίησε μόνο πως η όποια νέα συμφωνία με την Τουρκία θα είναι διαφορετική.

Στο πλαίσιο αυτό, το πρόβλημα για την Ελλάδα παραμένει. Ακόμα και νέες ροές να μην υπάρξουν τι θα γίνει με όσους πρόσφυγες και μετανάστες ήδη βρίσκονται στην Ελλάδα, τη στιγμή που το σύνολο των Ευρωπαίων δεν θέλουν να ακούσουν κουβέντα για μετεγκαταστάσεις όσων έχουν εγκλωβιστεί στη χώρα μας και έχουν άλλον τόπο προορισμού;

Ήδη τα πράγματα στο εσωτερικό της χώρας είναι τεταμένα και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις συχνά πυκνά εκτρέπονται σε επικίνδυνα μονοπάτια όπως δείχνουν οι αντεγκλήσεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης περί «δούρειων ίππων».

Τα δύσκολα είναι μπροστά μας και ουδείς μπορεί να εικάσει πως θα εξελιχθούν τα πράγματα.