Το μεγάλο κόλπο Τσίπρα για ηγεμονία στην Κεντροαριστερά

Περίσσευαν οι συμβολισμοί στην εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής την Κυριακή 13 Ιανουαρίου.

Την ημέρα που οριστικοποιήθηκε η ρήξη ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ, ο πρωθυπουργός μίλησε για τη Συμφωνία των Πρεσπών σε ένα ακροατήριο που περιλάμβανε αρκετά στελέχη από την κεντροαριστερά, συμπεριλαμβανομένων πρώην υπουργών όπως ο Μιχάλης Σταθόπουλος, δημοσιογράφων, πανεπιστημιακών αλλά και πολιτικών στελεχών όπως ο Νίκος Μπίστης.

Τους συμβολισμούς έκανε ακόμη πιο έντονους η επιλογή του πρωθυπουργού να κάνει ανοιχτό κάλεσμα για τη δημιουργία ενός «πλατιού δημοκρατικού, προοδευτικού μετώπου».

Το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ για την κεντροαριστερά

Η στρατηγική αυτή του πρωθυπουργού και της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ ξεδιπλώνεται εδώ και καιρό. Ούτως ή άλλως η εκλογική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ ήδη από το 2012 στηριζόταν στο να εκμεταλλευτεί την αποδιάρθρωση των σχέσεων εκπροσώπησης του ΠΑΣΟΚ κυρίως και την προσέλκυση μεγάλου μέρους της κοινωνικής βάσης του, ιδίως των λαϊκών στρωμάτων.

Καθόλου τυχαία εξαρχής είχε κάνει μεγάλη προσπάθεια να προσελκύσει στελέχη του χώρου του ΠΑΣΟΚ, δίνοντάς τους μάλιστα και θέσεις στα ψηφοδέλτιά του (Μπόλαρης, Τζάκρη, Κουρουμπλής κ.ά.), υψηλόβαθμες θέσεις (Λ. Κατσέλη) αλλά και ακόμη και καθοδηγητικές ευθύνες (Αντώνης Κωτσακάς).

Όμως, στην πρώτη περίοδο υποτίθεται πώς το σχέδιο ήταν η «ριζοσπαστική αριστερά» να ξεδιπλώσει ένα «ηγεμονικό σχέδιο» και να καταλάβει μεν το χώρο του παλιού ΠΑΣΟΚ αλλά με το δικό της υποτίθεται πολιτικό πρόγραμμα.

Όμως, σύντομα αυτό άλλαξε, ιδίως μετά την συνθηκολόγηση του 2015 και την πλήρη αποδοχή της λογικής των μνημονίων. Παρότι παρουσιάστηκε ως μια αναγκαστική τακτική αναδίπλωση, τελική εξελίχτηκε σε μια πιο βαθιά πολιτική και ιδεολογική μετατόπιση.

Η σοσιαλδημοκρατική στροφή του ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως πραγματική κυβερνητική πρακτική, έγινε σταδιακά ένα κόμμα που αποδέχεται πλήρως το πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας της ευρωζώνης, που δίνει πρωτοκαθεδρία στις δυνάμεις της αγοράς, που αποδέχεται τις ιδιωτικοποιήσεις, που επιδιώκει την προσέλκυση των ξένων επενδύσεων και που απλώς διεκδικεί και τη διατήρηση ενός μικρού βαθμού αναδιανομής και κοινωνικής προστασία σε συνδυασμό με διεύρυνση αυτών που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «πολιτικά δικαιώματα».

Ταυτόχρονα, ο ΣΥΡΙΖΑ εξαρχής όχι μόνο εγκατέλειψε τις παραδοσιακές αντιιμπεριαλιστικές θέσεις της αριστεράς, αλλά και στράφηκε σε μια ακόμη πιο φιλοαμερικανική κατεύθυνση σε συνδυασμό με μια αναβάθμιση των σχέσεων με το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Όλα αυτά εκ των πραγμάτων σήμαιναν μετατοπίσεις πολιτικές που έφερναν τον ΣΥΡΙΖΑ πολύ πιο κοντά σε αυτό που είναι σήμερα η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αναβαθμισμένες σχέσεις με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία όπως αυτή εκπροσωπείται από το Κόμμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και τη Σοσιαλιστική Ομάδα στο Ευρωκοινοβούλιο.

Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ έχουν μιλήσει για την κρίση προσανατολισμού που περνάει η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη ως αποτέλεσμα της υπερβολικής ταύτισής της με τις κεντροδεξιές δυνάμεις και έχουν αντιπροτείνει το μοντέλο και την πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ ως μέσο για την ανασυγκρότηση του «προοδευτικού χώρου».

Σε αυτή την κατεύθυνση εργάζεται εδώ και καιρό ο αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Δημήτρης Παπαδημούλης, ο οποίος έχει σχηματίσει την «Προοδευτική Συμμαχία» (Progressive Caucus) ως ένα φόρουμ διαλόγου αριστερών, σοσιαλδημοκρατών και οικολόγων.

Η βοήθεια των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών

Από τη μεριά τους οι ευρωπαίοι σοσιαλιστές, που χρειάζονται παραδείγματα πετυχημένων εγχειρημάτων, για να αντισταθμίσουν τη βαθιά κρίση που περνούν τα παραδοσιακά ισχυρά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα όπως το γερμανικό ή το γαλλικό, προσφέρουν στον ΣΥΡΙΖΑ τη δυνατότητα σχέσης με μια ευρωπαϊκή πολιτική οικογένεια που έχει σημαντική εμπειρία διακυβέρνησης και δεν είναι απλώς δύναμη διαμαρτυρίας όπως το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Άλλωστε, πλέον δεν είναι και λίγοι εκείνοι στο Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς που είναι αντίθετοι με την παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ στις γραμμές του, θέση την οποία έχει ήδη υποστηρίξει ο ηγέτης της «Ανυπότακτης Γαλλίας» Ζαν Λυκ Μελανσόν.

Το εμπόδιο σε αυτές τις διεργασίες ήταν για αρκετά καιρό ο Πάνος Καμμένος, που δεν ενέπνεε ακριβώς και εμπιστοσύνη στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και ο οποίος είχε ιδιαίτερα αρνητική εικόνα, όχι μόνο εξαιτίας των ακροδεξιών ή εθνικιστικών επιτονισμών της ρητορικής των ΑΝΕΛ, αλλά και εξαιτίας της εικόνας «μη σοβαρότητας» που εξέπεμπε προς τους ομολόγους του εντός του ΝΑΤΟ.

Η διεκδίκηση και της κληρονομιάς του «εκσυγχρονισμού»

Πέραν, όμως, από το εξωτερικό ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να δουλέψει αρκετό καιρό αυτή την κατεύθυνση και στο εσωτερικό της χώρας.

Από τη μια, προβάλλει ιδιαίτερα το ενδεχόμενο μια επόμενη κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να χαρακτηρίζεται από ένα συνδυασμό επιθετικών νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών, σε συνδυασμό με ισχυρή παρουσία ακροδεξιών πολιτικών σε άλλα ζητήματα.

Από την άλλη προβάλλει το κυβερνητικό έργο σε θέματα όπως τα κοινωνικά δικαιώματα (π.χ. αναγνώριση ταυτότητας φύλου, σύμφωνο συμβίωσης) αλλά και τον σαφή προσανατολισμό προς την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ και την επίλυση του Μακεδονικού.

Ειδικά το τελευταίο έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήδη από τη δεκαετία του 1990 υπήρχε ένα κομμάτι της κεντροαριστεράς αλλά και της ανανεωτικής αριστεράς που επέμεινε στην ανάγκη μιας λύσης γύρω από τη σύνθετη ονομασία και προειδοποιούσε για τους κινδύνους από μια λαϊκιστική επένδυση στον εθνικισμό. Σημαντικό μέρος της λεγόμενης εκσυγχρονιστικής πτέρυγας και των στελεχών που συσπειρώθηκαν γύρω από τον Κώστα Σημίτη ενστερνίζονταν τέτοιες απόψεις.

Άλλωστε, μπορεί το ΠΑΣΟΚ να κυβέρνησε για πολλά χρόνια ως μια δύναμη με έντονη πατριωτική διάσταση, ιδίως όσο ζούσε ο Αντρέας Παπανδρέου, όμως από τη δεκαετία του 1990 τμήμα και της απεύθυνσης του ΠΑΣΟΚ ήταν κατεξοχήν η λογική του ρεαλισμού και της μη διακύβευσης της προσήλωσης της χώρας στον ευρωπαϊκό δρόμο και τις ατλαντικές δομές.

Πάνω σε όλα αυτά επενδύει ο ΣΥΡΙΖΑ για να υποστηρίξει ότι αυτός σήμερα εκπροσωπεί την ιστορική κληρονομιά της κεντροαριστεράς στη χώρα μας αλλά και την προοπτική της.

«Νέα κανονικότητα» και «νέος δικομματισμός»

Όλα συμπυκνώνονται στο πώς για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ένας «νέος δικομματισμός» θα ήταν η πολιτική έκφραση μιας «νέας κανονικότητας». Σύμφωνα με αυτό το σχήμα η χώρα βγαίνει από την περιπέτεια των μνημονίων και επιστρέφει σε μια «κανονικότητα» όπου δεν θα αμφισβητείται το μνημονιακό κεκτημένο αλλά θα υπάρχουν περιθώρια για πολιτικές αντιπαραθέσεις ως προς το μίγμα πολιτικής που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Για παράδειγμα δεν θα μπορεί να ακυρωθεί η λιτότητα αλλά θα μπορούν να υπάρχουν αντιπαραθέσεις για τη φορολογία, την κοινωνική προστασία, την αναδιανομή.

Ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό το τοπίο διεκδικεί να είναι η κεντροαριστερή πλευρά του διπόλου, απέναντι σε μια ΝΔ που σε μεγάλο βαθμό επίσης διεκδικεί εκδοχή μεταμνημονιακού πολιτικού τοπίου.

Οι αντιφάσεις του ΚΙΝΑΛ διευκολύνουν τον ΣΥΡΙΖΑ

Στην κίνησή του αυτή ο ΣΥΡΙΖΑ διευκολύνεται εν μέρει από την κατάσταση που επικρατεί σε αυτό το χώρο σήμερα.

Το εγχείρημα του ΚΙΝΑΛ παρότι ξεκίνησε ως η κίνηση εκείνη που με έναν δυναμικό τρόπο θα διεκδικούσε εκ νέου την ταυτότητα της κεντροαριστεράς δεν μπόρεσε να κατοχυρώσει έναν κρίσιμο πολιτικό χώρο.

Η ανάγκη πολιτικής οριοθέτησης απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ οδηγούσε πολλές φορές σε μια τακτική «ενωμένης αντιπολίτευσης» που δεν επέτρεπε την οριοθέτηση από τη ΝΔ και ταυτόχρονα διευκόλυνε την ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ ότι το ΚΙΝΑΛ είναι απλώς μια «μνημονιακή» δύναμη.

Η υπόσχεση ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει ένα ρόλο «τρίτου πόλου» σε διπλή οριοθέτηση από ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ αλλά με σαφή αναφορά στην ανασυγκρότηση μιας σύγχρονης «προοδευτικής παράταξης» και όχι απλώς της κεντροαριστερής παραλλαγής του ίδιου μίγματος πολιτικής με τη ΝΔ, δεν υπηρετήθηκε προγραμματικά.

Οι υπαρκτές και σημαντικές εκπροσωπήσεις που διατηρεί το ΚΙΝΑΛ στην αυτοδιοίκηση και τον συνδικαλισμό δεν μεταφράστηκαν σε ανασυγκρότηση σχέσεων εκπροσώπησης με την κοινωνία. Μάλιστα, βλέπουμε σε αρκετές περιπτώσεις τον ΣΥΡΙΖΑ μέσα από διάφορες κινήσεις «πολιτικής ευελιξίας» να διεκδικεί μέρος αυτής της υπαρκτής γείωσης δηλώνοντας π.χ. στήριξε σε αυτοδιοικητικά εγχειρήματα που προέρχονται από το χώρο του ΚΙΝΑΛ.

Τα φθαρμένα υλικά της διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ

Όμως, ταυτόχρονα και τα υλικά με τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να κάνει τη διεύρυνσή του δεν είναι και τα πιο δυναμικά. Σε μεγάλο βαθμό πρόκειται για πολιτικά στελέχη που έχουν υποστεί και αυτά την πραγματική φθορά και της εξουσίας και μιας μακρόχρονης τριβής με την πολιτική δημοσιότητα.

Αναρωτιέται κανείς εάν στελέχη της «γενιάς του Πολυτεχνείου», από την ανανεωτική αριστερά που μεταπήδησαν στο χώρο του «εκσυγχρονισμού» σήμερα εκπροσωπούν πραγματικά κάτι στην κοινωνία.

Το ίδιο ισχύει για το γεγονός ότι παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί αυτό το χώρο και τις πολιτικές του κατευθύνσεις δεν έχει πείσει για παράδειγμα ως προς την αντίληψή του για το ύφος και το ήθος της εξουσίας και της διαχείρισής του.

Δεν είναι τυχαία για παράδειγμα η επιμονή του Κώστα Σημίτη σε μια αρνητική στάση απέναντι στον «βίο και πολιτεία» της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, επιφύλαξη που συναντάμε σε πολύ μεγάλο μέρος του στελεχιακού δυναμικού τα κεντροαριστεράς.

Κεντροαριστερά δεν φτιάχνεται μόνο με συμβολισμούς

Όλα αυτά σε κανένα βαθμό δεν σημαίνουν ότι το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ είναι εύκολο να προχωρήσει.

Η κεντροαριστερά στην Ελλάδα, με αποκορύφωμα τον κυρίαρχο ρόλο του ΠΑΣΟΚ για αρκετά χρόνια στο πολιτικό σκηνικό, ήρθε μέσα από την οικοδόμηση δεσμών εκπροσώπησης με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα όχι κυρίως σε επίπεδο ρητορικής ή πολιτικής αισθητικής αλλά υλικών όρων διαβίωσης και θεσμικών τομών, είτε μιλάμε για τις κυβερνήσεις Παπανδρέου είτε για την περίοδο Σημίτη.

Η αποδιάρθρωση της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα ήρθε ακριβώς τη στιγμή που συνδέθηκε με την οικονομική κρίση, τα μνημόνια και μια βίαιη σχεδόν αλλαγή στις ζωές πολύ μεγάλου μέρους του πληθυσμού που είδαν να ακυρώνονται όλες σχεδόν οι πλευρές του άτυπου κοινωνικού συμβολαίου που ήταν σε ισχύ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εκτινάχθηκε στην εξουσία χάρη στην υπόσχεση ότι μπορούσε να αποκαταστήσει ένα επίπεδο διαβίωσης και να ανακόψει την ακραία επισφάλεια που έφεραν η κρίση και τα μνημόνια. Όμως, η πολιτική του απέχει πολύ από το να ανασυγκροτεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.

Στη καλύτερη των περιπτώσεων συνδυάζει μια επιδοματική πολιτική με τη προσπάθεια να πείσει ότι «τα χειρότερα πέρασαν», παράλληλα, φυσικά, με την προσπάθεια να διαμορφώσει ένα κλίμα φόβου για μια τυχόν κυβέρνηση της ΝΔ.

Αυτό γεννά και την αντίφαση που διαπερνά σήμερα το εγχείρημα μετατροπής του ΣΥΡΙΖΑ σε μια νέα κεντροαριστερά: μπορεί να καλύπτει μεγάλο μέρος του «πολιτικού κενού» που άφησε η αποδιάρθρωση του ΠΑΣΟΚ, αλλά δυσκολεύεται να οικοδομήσει εκείνες τις σχέσεις εμπιστοσύνης και σταθερής πολιτικής εκπροσώπησης που θα οικοδομούσε μια πολιτική με πραγματικό «κοινωνικό πρόσημο». Και αυτό γιατί η ίδια η μεγαλύτερη πολιτική επιτυχία του Αλέξη Τσίπρα, η έξοδος από τα μνημόνια, είχε το τίμημα της αποδοχής ιδιαίτερα σκληρών και νεοφιλελεύθερων μέτρων.

Γιατί όση σημασία και εάν έχουν οι συμβολισμοί, τα πολιτικά σχέδια τελικά κρίνονται ως προς τι σημαίνουν πραγματικά για τις ζωές των ανθρώπων.

Τα σχόλια είναι κλειστά, αλλά Trackbacks και Pingbacks είναι ανοιχτά.